Εξέταση | Έλεγχος θυρεοειδικής λειτουργίας

Ο θυρεοειδής αδένας, παρά το μικρό του μέγεθος ασκεί τεράστια επίδραση στην υγεία μας. Παράγει ορμόνες, οι οποίες διαμέσου της κυκλοφορίας του αίματος μεταφέρονται σε όλο το σώμα, ασκώντας ρυθμιστικό έλεγχο στον μεταβολισμό. Καθώς ο μεταβολισμός αποτελεί τη διαδικασία με την οποία τα κύτταρα του οργανισμού μετατρέπουν τα θρεπτικά στοιχεία σε ενέργεια, ο θυρεοειδής ρυθμίζει θερμοκρασία, καρδιακό ρυθμό ακόμη και την εγκεφαλική λειτουργία. Κατά  συνέπεια, όταν τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών πέφτουν, επιβραδύνεται και ο οργανισμός.

Το απαραίτητο «καύσιμο» για να «τρέξει» ο θυρεοειδής, να παραγάγει δηλαδή τις ορμόνες με τις οποίες «επικοινωνεί» με τα άλλα όργανα, είναι το ιώδιο. Αυτό περιέχεται σε τροφές, όπως το μαγειρικό αλάτι και τα θαλασσινά.

Ο αδένας «επικοινωνεί» και με τον αδένα του εγκεφάλου που λέγεται υπόφυση, διαμέσου της ορμόνης που παράγει αυτή, που λέγεται TSH (thyroid-stimulating hormone).Η υπόφυση αντιλαμβάνεται και ανεπαίσθητες πτώσεις επιπέδων θυρεοειδικής ορμόνης, οπότε απελευθερώνει περισσότερη TSH για να κινητοποιηθεί ο θυρεοειδής. Συγκεκριμένα, παράγει κυρίως T4 (thyroxine) και σε μικρότερο % T3 (triiodothyronine).Προοδευτικά, η Τ4 μετατρέπεται σε T3, που είναι η ενεργής μορφή που προσλαμβάνεται από τους υποδοχείς των κυττάρων στόχων.

Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες τα επίπεδα TSH παραμένουν σχετικά σταθερά. Εξωτερικοί παράγοντες, όπως νόσοι και φάρμακα, μπορούν να διαταράξουν την επικοινωνία και να αρχίσει ο θυρεοειδής να παράγει ανεπαρκείς ποσότητες, όπως συμβαίνει στην κατάσταση που ονομάζουμε υποθυρεοειδισμό (μόνιμο ή παροδικό)ή να υπερπαράγει, όπως συμβαίνει στον υπερθυρεοειδισμό.

Ο υποθυρεοδισμός μπορεί να είναι υπεύθυνος για πολλά προβλήματα υγείας και συνήθως είναι μόνιμος. Αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης υψηλής χοληστερόλης, αρτηριακής υπέρτασης και καρδιακής νόσου. Ενώ είναι κατάσταση που εύκολα διαγιγνώσκεται και αντιμετωπίσιμη μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Περίπου το 60% των νοσούντων με συμπτωματικό ή υποκλινικό υποθυρεοειδισμό, είναι αδιάγνωστοι, γιατί ποτέ δεν ελέγχθηκαν.

Η μέση ηλικία συχνά συνοδεύεται με αλλαγές στα μαλλιά, στο δέρμα, στα ενεργειακά μας αποθέματα και στο βάρος. Είναι φρόνιμο, προτού τα συμπτώματα αυτά αποδοθούν στην προοδευτική γήρανση του οργανισμού, να αποκλειστεί η περίπτωση ενός υπολειτουργούντα θυρεοειδούς ή άλλης νόσου, που μπορεί να επιφέρει παρόμοια κλινική εικόνα.

Συμπτώματα υποθυρεοειδισμού αποτελούν: επιμένουσα κόπωση, ληθαργικότητα, ξηρότητα δέρματος και τριχών, δυσκοιλιότητα, αύξηση βάρους, ανωμαλίες περιόδου στις γυναίκες κ.α .Σε γενικές γραμμές, συχνά όσο μεγαλύτερη η πτώση των τιμών των θυρεοειδικών ορμονών, τόσο πιο έκδηλα συμπτώματα εμφανίζονται. Δεν είναι απόλυτο όμως, όπως βλέπουμε συχνά στους ηλικιωμένους ανθρώπους.

Ο μόνιμος υποθυρεοειδισμός  μπορεί να αντιμετωπιστεί μεν με επιτυχία, αλλά δεν θεραπεύεται. Η συνήθης αγωγή είναι μια ημερήσια δόση συνθετικής T4.Ο στόχος είναι να πετύχουμε επίπεδα TSH περίπου στη μεσότητα του φυσιολογικού εύρους τιμών της και διατήρηση αυτών των επιπέδων. Η T4 απορροφάται καλύτερα με άδειο στομάχι. Πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη λήψη της με αντιόξινα φάρμακα ή σίδηρο, καθώς δύναται να επηρεάσουν την απορρόφησή της.

Στον αντίποδα, εκατομμύρια άνθρωποι εμφανίζουν υπερθυρεοειδισμό. Είναι συχνότερο φαινόμενο στις γυναίκες, από ότι στους άντρες. Και αυτή η κατάσταση μπορεί να περάσει απαρατήρητη, ενώ ο οργανισμός βρίσκεται σε υπερδιέγερση.

Τα συμπτώματα ενός υπερδραστήριου θυρεοειδούς μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα εμφανή και δύναται να περιλαμβάνουν διαταραχές εντερικής, καρδιακής κ.α λειτουργίας. Π.χ δυσανεξία στη ζέστη, κυκλοθυμία, εφίδρωση, δίψα, εξάντληση, διαρκές αίσθημα πείνας, ανεξήγητη απώλεια βάρους, βρογχοκήλη κ.α

Μια τέτοια κατάσταση χωρίς αντιμετώπιση (φαρμακευτική ή χειρουργική ενίοτε), αυξάνει τον κίνδυνο οστεοπόρωσης και δυνητικά καρδιοπάθειας.

Η ορμόνη καλσιτονίνη που παράγεται κυρίως από τα παραθυλακιώδη (C )κύτταρα του θυρεοειδούς, έχει δράση που εστιάζεται στη ρύθμιση των επιπέδων του ασβεστίου στο αίμα, το οποίο και παρεμποδίζει να ανέλθει σε παθολογικά υψηλές τιμές. Εκκρίνεται όταν υπάρχουν στο αίμα υψηλά επίπεδα ασβεστίου (υπερασβεστιαιμία).Συγκεκριμένα, διευκολύνει την πρόσληψη και την καθήλωση του ασβεστίου στα οστά και αυξάνει τη νεφρική απέκκριση του όπως και του φωσφόρου.

Διαταραχές του θυρεοειδούς έχουν συχνά αυτοάνοση αιτιολογία, συνοδευόμενες από την παραγωγή αυτοαντισωμάτων έναντι του αδένα, δηλ έναντι της θυρεοειδικής υπεροξειδάσης (TPO) και έναντι της θυρεοσφαιρίνης (TG). Ως αυτοάνοσα καλούμε στην ιατρική όλα εκείνα τα νοσήματα στα οποία ο ίδιος ο οργανισμός μας επιτίθεται έναντι δικών του κυττάρων , καταστρέφοντας τα δυνητικά, επειδή τα αντιλαμβάνεται ως ξένα στοιχεια. Είναι ένα φαινόμενο όπου εμπλέκονται πιθανοί παράγοντες κληρονομικοί και επίκτητοι π.χ το στρες.Ο προσδιορισμός των anti-TPO έχει μεγαλύτερη ευαισθησία στην ανίχνευση αυτοάνοσης θυρεοειδικής νόσου, από ότι των anti-TG.Γι’αυτό ,ο αρχικός έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει μόνο τη μέτρηση των anti-TPO, ενώ των anti-TG η μέτρηση να γίνεται μόνο όταν τα πρώτα βγούν αρνητικά και υπάρχει βάσιμη υποψία για νόσο από την κλινική εικόνα.

Αν διαπιστώσετε ότι έχετε συμπτώματα όπως τα προαναφερθέντα, συνιστάται να μιλήσετε με τον γιατρό σας για το ενδεχόμενο εργαστηριακού ελέγχου του θυρεοειδούς. Καλό θα ήταν ο έλεγχος αυτός να επαναλαμβάνεται ετησίως, ακόμη και άνευ έκδηλης συμπτωματολογίας, ιδιαίτερα όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό θυρεοειδικής  αυτοανοσίας (παρουσία θετικών αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων ) ή διαπιστωμένα με υπερηχογράφημα οζίδια του αδένα.