Κυστική Ίνωση (CF)

Κυστική Ίνωση (CF)- μια πολυσυστηματική πάθηση

 

Η Κυστική Ίνωση (CF) είναι η συχνότερη κληρονομική νόσος στη λευκή φυλή και συνοδεύει τον πάσχοντα σε όλη του τη ζωή.

Πως κληρονομείται;

Ως γενετική ασθένεια κληρονομείται από τους γονείς στους απογόνους με αυτοσωμικό υπολειπόμενο χαρακτήρα. Οφείλεται στην παρουσία μεταλλάξεων στην αλληλουχία του γονιδίου CFTR, στο χρωμόσωμα 7. Για να εκδηλώσει την ασθένεια ένα παιδί πρέπει να κληρονομήσει 2 μεταλλαγμένα αλληλόμορφα, δηλ ένα από κάθε γονέα.

Απλός φορέας της νόσου είναι αυτός που έχει κληρονομήσει μόνο ένα παθολογικό γονίδιο CF και δεν νοσεί (ετεροζυγώτης), ενώ αυτός που νοσεί είναι ομοζυγώτης. Από 2 γονείς φορείς της κυστικής ίνωσης, η πιθανότητα  για κάθε ένα παιδί να πάσχει είναι 25%.

Ποια η σημασία του γονιδίου CFTR;

Το γονίδιο αυτό είναι υπεύθυνο για την παραγωγή μιας πρωτεΐνης  που ρυθμίζει τη διαμεμβρανική διέλευση του χλωρίου από τα επιθηλιακά κύτταρα διαφόρων οργάνων του σώματος.

Τα άτομα που φέρουν μεταλλαγές στο CF γονίδιο εμφανίζουν δύσκολα αποβαλλόμενες παχύρρευστες εκκρίσεις, στους βρόγχους των πνευμόνων, στο χολαγγειακό σύστημα, στο πάγκρεας, στο έντερο και στο αναπαραγωγικό σύστημα (πολυσυστηματική νόσος). 

Πόσες μεταλλάξεις του γονιδίου CFTR υπάρχουν;

Η φαινοτυπική έκφραση της νόσου ποικίλλει ευρέως, κυρίως ως συνάρτηση της ειδικής μετάλλαξης ή μεταλλάξεων που υπάρχουν. Η διεθνής CFTR βάση δεδομένων απαριθμεί περισσότερες από 1900 διαφορετικές μεταλλάξεις  του γονιδίου που μπορεί να ευθύνονται για νόσο. Η μοριακή ετερογένεια της διαταραχής παρουσιάζει διαφορετική γεωγραφική και πληθυσμιακή συχνότητα και κάποιες μεταλλάξεις εμφανίζονται πιο συχνά σε κάποιες εθνοτικές ομάδες.

Πόσο συχνή είναι η νόσος στην Ελλάδα;

Η πιθανότητα να γεννηθεί παιδί με CF στην Ελλάδα είναι 1 στις 2500 γεννήσεις, ενώ η πιθανότητα να είναι ένα άτομο απλός φορέας 1 στους 25. Αποτελεί τη δεύτερη σε συχνότητα κληρονομική νόσο  στη χώρα μας, μετά τη Μεσογειακή Αναιμία.

Ποια είναι η πιο κοινή CFTR μετάλλαξη;

Η πιο κοινή είναι η Δ F508 ή F508 del, η οποία ανιχνεύεται σε περίπου 70% των Καυκάσιων ασθενών με CF στις ΗΠΑ και είναι η συχνότερη στη Βορειοδυτική Ευρώπη. Έχει σαν αποτέλεσμα την έλλειψη του αμινοξέως φαινυλαλανίνη στη θέση 508 της πρωτεϊνικής αλληλουχίας και θεωρείται από τις βαρύτερες σε συμπτωματολογία.

Ποια η κλινική εικόνα του ασθενούς που νοσεί με CF;

Υπάρχει μεγάλη ποικιλία στην εμφάνιση και βαρύτητα των προβλημάτων στους ασθενείς και οφείλεται στη συσσώρευση παχύρρευστης βλέννας. Πολλοί δε, εμφανίζουν ήπια ή μη τυπικά συμπτώματα.

Συγκεκριμένα, εκτός από την ύπαρξη υψηλών επιπέδων χλωρίου στον ιδρώτα (αλμυρός ιδρώτας) οι συνοδές παχύρρευστες εκκρίσεις μπορεί να ευθύνονται για:

-δύσπνοια/ανάπτυξη αναπνευστικών λοιμώξεων

-δυσαπορρόφηση τροφής από το έντερο

-παγκρεατική ανεπάρκεια

-κακή ποιότητα σπέρματος

Ποια είναι η κύρια αιτία νοσηρότητας/θνητότητας;

Παρόλο που η πάθηση είναι πολυσυστηματική, για τους περισσότερους ασθενείς η χρόνια και προοδευτική πνευμονική βλάβη αποτελεί την κύρια αιτία που νοσούν και ενδεχομένως καταλήγουν.

Σε ένα εύρος χρόνου που κυμαίνεται, από μήνες μετά τη γέννηση έως δεκαετίες, τα άτομα αναπτύσσουν χρόνιες λοιμώξεις που οδηγούν τελικά σε σοβαρού βαθμού πνευμονική ανεπάρκεια.

Πώς τίθεται η διάγνωση;

Η διάγνωση βασίζεται σε κλινικά και βιοχημικά ευρήματα συμβατά με τη νόσο και επιβεβαιώνεται με μοριακές γενετικές εξετάσεις. Το λεγόμενο τεστ ιδρώτα είναι μια φθηνή και ανώδυνη μέθοδος, με εφαρμογή μικρών ηλεκτροδίων στο αντιβράχιο και τον βραχίονα του ατόμου.

Τι είναι το τεστ ιδρώτα;

Μέσω της εφαρμογής ηλεκτροδίων στο αντιβράχιο και τον βραχίονα δημιουργείται ροή ρεύματος χαμηλής τάσεως και μεταφέρεται φαρμακευτική ουσία (πιλοκαρπίνη) στους ιδρωτοποιούς αδένες, τους οποίους ερεθίζει προς παραγωγή ιδρώτα. Ο ιδρώτας αυτός κατόπιν συλλέγεται και γίνεται εργαστηριακά ποσοτικός προσδιορισμός ηλεκτρολυτών. Παθολογικά υψηλά επίπεδα χλωρίου στον ιδρώτα αποτελούν ισχυρή ένδειξη CF.

Πότε ενδείκνυται έλεγχος;

Ο έλεγχος για κυστική ίνωση γίνεται με μία απλή αιμοληψία και μπορεί να είναι προληπτικός (προγεννητικός ή νεογνικός) ή στα πλαίσια βάσιμης υποψίας για νόσο.

  • Προγεννητικός μοριακός έλεγχος

Η εξέταση συστήνεται να γίνεται σε ζευγάρια που επιθυμούν να προχωρήσουν σε εγκυμοσύνη, για να διαπιστωθεί εάν κάποιος από τους δύο είναι φορέας μετάλλαξης, ιδιαίτερα όταν υπάρχει θετικό οικογενειακό ιστορικό ή ανεξήγητη ανδρική υπογονιμότητα.

Εάν ο έλεγχος δείξει ότι ένας από το ζευγάρι είναι φορέας κυστικής ίνωσης, τότε   και ο σύντροφός του πρέπει να εξεταστεί.

Εάν ο έλεγχος είναι αρνητικός για έναν από τους δύο,τότε η πιθανότητα να     γεννηθεί παιδί με κυστική ίνωση είναι ελάχιστη, οπότε δε συστήνεται περαιτέρω έλεγχος στο έμβρυο.

  • Εμβρυϊκός μοριακός έλεγχος

Ενδείκνυται στις εξής περιπτώσεις:

α) όταν διαπιστώνεται ότι το έμβρυο έχει υπερηχογενές έντερο στο υπερηχογράφημα ρουτίνας 2ου τριμήνου κύησης (σε  5-10% των περιπτώσεων νοσεί με CF) .

β) όταν και οι δύο γονείς είναι φορείς CF. Η εξέταση του γενετικού υλικού (DNA) του εμβρύου μπορεί να γίνει, είτε με λήψη τροφοβλάστης (χοριακών λαχνών) στις 10-14 εβδομάδες κύησης, είτε με αμνιοπαρακέντηση στις 16-20 εβδομάδες κύησης.

  • Νεογνικός έλεγχος

Ο νεογνικός προληπτικός έλεγχος δίνει τη δυνατότητα της πρώϊμης διάγνωσης νεογνού που νοσεί και κατά συνέπεια της έγκαιρης παρέμβασης και αποφυγής /περιορισμού πιθανών επιπλοκών της νόσου ή θνησιμότητας.

Ο ειλεός εκ μηκωνίου μπορεί να αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι το νεογέννητο νοσεί με CF. Εκ των παιδιών που γεννιούνται με Κυστική Ίνωση το 15% παρουσιάζουν συμπτώματα μέσα σε 24 ώρες από τη γέννηση τους.

Η διάγνωση ή o αποκλεισμός της ύπαρξης CF πραγματοποιείται στην πορεία (αν κρίνεται σκόπιμο) με κλινική εξέταση και εξειδικευμένες βιοχημικές εξετάσεις και γενετικές αναλύσεις.

  • Μοριακός έλεγχος γονιδίου, προς επιβεβαίωση/ απόρριψη υποψίας νόσου με CF σε άτομα με ιστορικό

-οικογενειακό κυστικής ίνωσης

-διάχυτης βρογχεκτασίας

-χρόνιας ιδιοπαθούς παγκρεατίτιδας

-αμφοτερόπλευρης συγγενούς απουσίας σπερματικών πόρων

-ανεξήγητης ανδρικής υπογονιμότητας

Υπάρχει θεραπεία για την κυστική ίνωση;

Οι εκδηλώσεις και η βαρύτητα της νόσου διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με το είδος της μετάλλαξης που φέρει το άτομο.

Οι θεραπευτικές προσεγγίσεις της ασθένειας δεν αντιμετωπίζουν οριστικά το πρόβλημα προς το παρόν, απλώς βελτιώνουν την ποιότητα ζωής του ατόμου (ρευστοποιήσεις εκκρίσεων, έλεγχος συμπτωμάτων). Όσο πιο έγκαιρα γίνει η διάγνωση, τόσο καλύτερη η εξέλιξη.

Στόχος σήμερα αποτελεί η εξασφάλιση γονιδιακής θεραπείας και προς την κατεύθυνση αυτή γίνονται προσπάθειες. Η γενετική συμβουλευτική προς ενημέρωση των γονέων (από ειδικό γενετιστή ή παιδίατρο) κρίνεται απαραίτητη.