Εξέταση | Ανίχνευση του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) & διαφοροποίηση των στελεχών υψηλού κινδύνου 16 & 18

Η επίμονη λοίμωξη από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (Human Papilloma Virus, HPV) αποτελεί την κυριότερη αιτία καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και της πρόδρομης ενδοεπιθηλιακής νεοπλασίας (Cervical Intraepithelial Neoplasia, CIN). Η πλειονότητα των περιστατικών παγκοσμίως αποδίδεται στην παρουσία του HPV. Πρόκειται για έναν μικρού μεγέθους,  μη επικαλυπτόμενου, δίκλωνου ~8000 νουλεοτιδίων DNA ιού. Μέχρι σήμερα, έχουν χαρακτηρισθεί 118 διαφορετικοί υπότυποι του ιού και 40 εξ’ αυτών δύνανται να επιμολύνουν το βλεννογόνο της πρωκτογεννητικής περιοχής του ανθρώπου. Ωστόσο,  μόνο μία υποομάδα 13-18 υπότυπων θεωρείται υψηλού κινδύνου  (High Risk, HR) για την εμφάνιση καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και των πρόδρομων αλλοιώσεων του. Παρόλο που η επίμονη λοίμωξη από υπότυπους HR HPV είναι απαραίτητη αιτία για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, ενά πολύ μικρό ποσοστό των λοιμώξεων εξελίσσεται στη σχετική νόσο. Η σεξουαλικά μεταδιδόμενη λοίμωξη από HPV είναι εξαιρετικά συχνή και εκτιμάται ότι ένα ποσοστό >75% όλων των γυναικών θα μολυνθούν από τον ιό σε κάποια στιγμή της ζωής τους. Ωστόσο, η πλειονότητα αυτών θα εμφανίσουν αποτελεσματική ανοσοαπόκριση και η λοίμωξη θα θεραπευτεί σε 6-24 μήνες, χωρίς μακροχρόνιες συνέπειες για την υγεία. Η λοίμωξη από οποιονδήποτε τύπο του ιού μπορεί να προκαλέσει CIN, η οποία όμως υποχωρεί όταν υπάρξει θεραπεία από τον ιό.

 Στις αναπτυγμένες χώρες όπου εφαρμόζονται προγράμματα ελέγχου για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, το επίχρισμα Παπανικολάου (τεστ ΠΑΠ) χρησιμοποιείται από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 ως κύριο μέσο για την ανίχνευση πρώιμων πρόδρομων αλλοιώσεων της ασθένειας. Το γεγονός αυτό, συνέβαλλε δραστικά στη μείωση του ποσοστού θνησιμότητας από τη συγκεκριμένη νόσο, αλλά η ερμηνεία του τεστ ΠΑΠ απαιτεί την ενασχόληση εξειδικευμένων κυτταροπαθολόγων και εμφανίζει υψηλό ποσοστό ψευδώς-αρνητικών αποτελεσμάτων. Αν και οι περισσότερες κυτταρολογικές αλλοιώσεις στο τεστ ΠΑΠ οφείλονται κυρίως στη λοίμωξη από τον HPV, διάφορες φλεγμονώδεις ή/και δειγματοληπτικές μεταβολές ενδέχεται να οδηγήσουν σε ψευδώς-θετικά αποτελέσματα. Σε περίπτωση ενός μη φυσιολογικού τεστ ΠΑΠ, ακολουθεί επαναληπτική εξέταση, κολποσκόπηση και βιοψία. Μία ιστολογικά επιβεβαιωμένη αλλοίωση πρέπει να αφαιρείται χειρουργικά ώστε να αποφευχθεί η ανάπτυξη διηθητικού καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Η in vitro καλλιέργεια του ιού είναι εξαιρετικά δύσκολη, ενώ δεν παρουσιάζεται προφανής απόκριση αντισωμάτων σε όλους τους ασθενείς που έχουν μολυνθεί από αυτόν. Η μοριακή ανίχνευση του γενετικού υλικού του ιού αποτελεί μία μη επεμβατική μέθοδο για τον προσδιορισμό της τραχηλικής λοίμωξης από τον HPV. Η εφαρμογή της εν λόγω εξέτασης είχε ως συνέπεια την αύξηση της αποτελεσματικότητας των προγραμμάτων ελέγχου ανιχνεύοντας πρώιμα τις αλλοιώσεις υψηλού κινδύνου σε γυναίκες ≥30 ετών με κυτταρολογία αρνητικού αποτελέσματος για ενδοθηλιακές αλλοιώσεις ή κακοήθεια και μείωση των περιττών κολποσκοπήσεων και θεραπειών σε ασθενείς ηλικίας ≥21 ετών με κυτταρολογία μη διαγνωστικής ατυπίας πλακώδων κυττάρων (Atypical Squamous Cells of Undetermined Significance, ASC-US). Επιπλέον, εμφανίζει επιβεβαιωμένα υψηλότερη ευαισθησία συγκριτικά με το τεστ ΠΑΠ για την ανίχνευση των συχνότερα εμφανιζόμενων υποτύπων HPV HR (31, 33, 35, 39, 45, 51, 52, 56,58, 59, 66 & 68 με ταυτόχρονο διαχωρισμό των στελεχών 16 και 18) παγκοσμίως, σε έναν πληθυσμό ελέγχου και για το λόγο αυτό, συνιστάται και εφαρμόζεται σε ορισμένα προγράμματα ως πρωτογενής έλεγχος πρώτης γραμμής.